Απόψε μίσεψε ο Ταΰγετος. Μάζεψε τις κορφές του, τα ελατό πεύκα του, τα χωριά που ήταν φυτεμένα στις πλαγιές του, όσα ζωντανά είχαν απομείνει κι έφυγε. Η ώρα ήταν τέσσερις με πέντε, ξημερώματα. Όλα έγιναν αθόρυβα και ξαφνικά. Κανένας δεν πήρε χαμπάρι τίποτα εκείνη τη στιγμή. να μετανοήσουμε, να πέσουμε στα γόνατα και να ζητήσουμε συγχώρεση για τα κρίματά μας». Ο Κώστας με το ψιλικατζίδικο, που καταγινόταν με το διάβασμα βιβλίων για ανεξήγητα φαινόμενα, αποφάνθηκε: «Είναι φως φανάρι δουλειά των εξωγήινων. Απήγαγαν το βουνό για να το μεταφέρουν στο μακρινό τους άστρο.
Διαβάζοντας τα ποιήματα του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα συνέβη ένας νοητικός συντονισμός σαν να εκπέμπαμε στην ίδια ή σε παραπλήσια συχνότητα. Προέκυψε αβίαστα μια μυστική χημεία μεταξύ μας, που άνοιξε έναν ποιητικό διάλογο και μια εσωτερική επικοινωνία που, ποίημα το ποίημα, έχτισε μια σχέση μαθητείας και θαυμασμού απ’ τη μεριά μου, μετατρέποντάς με σε δορυφόρο του. Αυτό το μυστήριο που συντελέστηκε όταν εμπνεύστηκα από τον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα σε κάποιο βαθμό εξηγείται, αφού σχετίζεται με κάποιες κοινές αναφορές, γύρω απ’ τη σχέση μας και τη συνομιλία μας με τη φύση και τη Δημιουργία, αλλά και το πάθος του έρωτα ή την δραματικότητα του χωρισμού ή της ματαίωσής του.
Έτσι άρχισα να γράφω στιγμές και συναισθήματα... Συντρίμμια μιας άτυχης ημέρας που δεν έζησα.... σταγόνες λήθης, απογεύματα χωρίς τσάι, χωρίς εμένα... Και έτσι ήρθε η ποίηση, η ομορφότερη όλων, η πέτρα στην ησυχία της λίμνης, η αποθέωση του ιδανικού εαυτού...
Η ιστορία ξετυλίγεται μέσα σε διάστημα έξι μηνών.Σκηνικό χώρο αποτελεί η σκηνή ενός μικρού θεάτρου των Αθηνών. Εποχή σύγχρονη. Ρομαντική κομεντί.
Λοιπόν; Τι σκέφτεστε; μου λέει.– Τίποτα, του λέω, απλώς παρακολουθώ τη ροή των σκέψεων στο μυαλό μου.
– Και… Είναι ευχάριστη ασχολία αυτή; μου λέει.
– Άλλοτε ευχάριστη, άλλοτε δυσάρεστη.
– Μάλιστα… Και βγαίνει κανένα συμπέρασμα;
– Από ποιον;


